Οι μαθησιακές δυσκολίες και ο ρόλος του ψυχολόγου

Ένα πρόβλημα που αφορά σε αρκετά παιδιά προσχολικής και κυρίως σχολικής ηλικίας είναι οι μαθησιακές δυσκολίες ή διαταραχές. Τα τελευταία χρόνια ο όρος αυτός ακούγεται ολοένα και περισσότερο από γονείς, εκπαιδευτικούς και άλλους επαγγελματίες, στην πραγματικότητα όμως υπάρχει μία σύγχιση σχετικά με τον ορισμό, τις αιτίες και τις συνέπειες των μαθησιακών δυσκολιών.

Με απλά λόγια, οι μαθησιακές διαταραχές εκδηλώνονται ως σημαντικές δυσκολίες στην απόκτηση και τη χρήση των ικανοτήτων ακρόασης, ομιλίας, ανάγνωσης, γραφής, συλλογισμού ή μαθηματικών ικανοτήτων ( Αμερικάνικη Εθνική Επιτροπή για τις Μαθησιακές Δυσκολίες ). Ένα παιδί δηλαδή, ενδέχεται να παρουσιάζει δυσκολία σε έναν ή περισσότερους από τους παραπάνω τομείς. Οι λειτουργίες αυτές σαφώς σχετίζονται άμεσα με τις επιδόσεις του παιδιού στο σχολείο, επιπλέον όμως έχουν αντίκτυπο και στη λειτουργικότητά του στην καθημερινότητα. Για παράδειγμα, είναι χαρακτηριστική η εικόνα ενός παιδιού που δυσκολεύεται να κάνει μία περιγραφή, να δώσει οδηγίες, να διαχωρίσει το χτες από το αύριο, να υπολογίσει τα ρέστα σε μια απλή συναλλαγή. Τέτοιου είδους δυσκολίες φαίνεται στατιστικά να παρουσιάζονται τρεις φορές περισσότερο στα αγόρια σε σχέση με τα κορίτσια, αν και το γεγονός αυτό ίσως οφείλεται στο πώς και πόσο εξωτερικεύουν τις δυσκολίες τους τα δύο φύλα.

Τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν σχετικά με τις μαθησιακές δυσκολίες είναι τρία: Από τι προκαλούνται, πώς μπορούν να αντιμετωπισθούν και τι συνέπειες έχουν στη σχολική και στην ενήλικη ζωή του ατόμου. Σύμφωνα με τους ειδικούς, οι μαθησιακές δυσκολίες έχουν τη ρίζα τους σε κάποια, μικρή συνήθως, δυσλειτουργία του εγκεφάλου, η οποία σε σημαντικό βαθμό είναι κληρονομική. Αδιαμφησβήτητα βέβαια, το πώς θα εξελιχθεί το παιδί εξαρτάται και από την αντιμετώπισή του από το άμεσο περιβάλλον του, δηλαδή το σχολείο και την οικογένεια.

Πώς όμως μπορεί ένας γονιός να εντοπίσει τις δυσκολίες του παιδιού του όσο είναι ακόμη νωρίς; Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων ο δάσκαλος είναι αυτός που πρώτος αντιλαμβάνεται τη διαφορετικότητα του παιδιού στις πρώτες τάξεις του δημοτικού και ενημερώνει τους γονείς ώστε να απευθυνθούν στον αρμόδιο ειδικό. Συχνά όμως, και κάτα την προσχολική ηλικία υπάρχουν κάποιες ενδείξεις ικανές να υποψιάσουν ένα γονέα. Για παράδειγμα, τα παιδιά που πρόκειται να παρουσιάσουν κάποια μαθησιακή διαταραχή αργότερα, πριν ακόμη το νηπιαγωγείο ενδέχεται να χαρακτηρίζονται από καθυστέρηση ή ιδιαιτερότητες στην ανάπτυξη του λόγου. Καλό είναι κατά συνέπεια, οι γονείς να ζητήσουν την άποψη κάποιου ειδικού σε περίπτωση που παρατηρήσουν κάτι σχετικό ήδη από την ηλικία των 3-4 ετών. Η έγκαιρη διάγνωση θεωρείται ιδιαιτέρως σημαντική για την αντιμετώπιση των μαθησιακών διαταραχών, ώστε να προληφθούν οι δυσμενείς συνέπειες που συχνά προκύπτουν στην προσωπική και κοινωνική ζωή του παιδιού.

Το να δυσκολεύεται κάποιο παιδί στην εκπλήρωση των σχολικών του καθηκόντων και να έχει επιδόσεις χαμηλότερες του αναμενόμενου αποτελεί ένα πρόβλημα αφεαυτού για την ακαδημαική του πορεία. Επιπλεόν όμως, σύμφωνα με κλινικές μελέτες, τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες παρουσιάζουν συχνά προβλήματα προσαρμογής στο κοινωνικό περιβάλλον, προβλήματα συμπεριφοράς, άγχος, χαμηλό κίνητρο για μάθηση και χαμηλή αυτοπεποίθηση. Με πιο απλά λόγια τα παιδιά αυτά εχουν αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στο σχολείο, δεν έχουν διάθεση να κάνουν τα μαθήματά τους, δε μπορούν προσαρμοστούν στους κανόνες της τάξης  και ενδέχεται να είναι επιθετικά και αντιδραστικά στο σπίτι ή στο σχολείο. Όλα τα παραπανω προκύπτουν από το ότι βιώνουν καθημερινά την αδυναμία τους να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του σχολείου, χωρίς όμως να καταλαβαίνουν γιατί διαφέρουν από τα άλλα παιδιά. Συχνά μάλιστα, εκτός από το αίσθημα της προσωπικής αποτυχίας το παιδί πρέπει να αντιμετωπίσει τη δυσφορία και της εντάσεις που δημιουργούνται στο οικογενειακό περιβάλλον εξαιτίας των δυσκολιών του, αλλά και το χλευασμό ή και την απόρριψη από τους συνομηλίκους τους.

Για όλους τους παραπάνω λόγους θεωρείται κρίσιμη η πρώιμη διάγνωση και η έγκαιρη αντιμετώπιση των μαθησιακών δυσκολιών και στο σημείο αυτό εμπίπτει και ο ρόλος του ψυχολόγου. Το πρόβλημα είναι σε θέση να το διαγνώσει είτε ο σχολικός ψυχολόγος που εργάζεται στο χώρο της εκπαίδευσης, είτε κάποιος εξειδικευμένος ιδιώτης, με τη χρήση των σχετικών ψυχομετρικών δοκιμασιών, την παρατήρηση του παιδιού στην τάξη και φυσικά τις πληροφορίες από τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς. Στη συνέχεια, ο ειδικός ωφείλει να ενημερώσει τους γονείς και το σχολείο, ώστε να επιτευχθεί η απαραίτητη συνεργασία για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση του προβλήματος. Αναπόσπαστο κομμάτι της θεραπευτικής διαδικασίας αποτελεί και η παρουσίαση και επεξήγηση των δυσκολιών του στο παιδί, για να καταλάβει πρώτον, σε τι διαφέρει από τα υπόλοιπα παιδιά, και δεύτερον ότι οι δυσκολίες του μπορούν να μειωθούν ή και να εξαλειφθούν με την κατάλληλη βοήθεια.

Σε ό,τι αφορά στη θεραπευτική αντιμετώπιση των μαθησιακών διαταραχών οι ρόλοι συνήθως μοιράζονται. Το εξατομικευμένο δηλαδή, εκπαιδευτικό πρόγραμμα που θα ενισχύσει τη μαθησιακή ικανότητα του παιδιού το αναλαμβάνει ο ειδικός παιδαγωγός, εντός ή εκτός σχολείου. Από την άλλη πολύ συχνά, οι γονείς των παιδιών αυτών έχουν ανάγκη και αναζητούν υποστήριξη και καθοδήγηση για τον τρόπο που είναι καλό να διαχειριστούν τις συναισθηματικές και συμπεριφορικές δυσκολίες που ακολουθούν τις μαθησιακές δυσκολίες, και αυτό αποτελεί το ένα κομμάτι της συμβολής του ψυχολόγου στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Οι συμβουλευτικές αυτές συνεδρίες μπορούν να πραγματοποιηθούν είτε σε ατομικό, είτε σε ομαδικό επίπεδο και θεωρούνται ιδιαίτερα χρήσιμες για την κατανόηση και αποδοχή των δυσκολιών από τους γονείς, τη μείωση των εντάσεων στο σπίτι και την ενθάρρυνση και επιβράβευση των προσπαθειών του παιδιού. Η συμβουλή που συχνά αποβαίνει αποτελεσματική είναι η απεμπλοκή των γονιών από τη διαδικασία της καθημερινής μελέτης, ώστε να μη φορτίζεται αρνητικά η σχέση γονιού-παιδιού.

Το επίκεντρο της προσοχής φυσικά, του ψυχολόγου είναι το ίδιο το παιδί. Στις μικρές αυτές ηλικίες ο ειδικός προσπαθεί να προσεγγίσει και να υποστηρίξει το παιδί συνήθως μέσω του δημιουργικού παιχνιδιού, της ζωγραφικής και των στοχευμένων σε συγκεκριμένες συμπεριφορές ασκήσεων. Για παράδειγμα, ένα παιδί που έχει ιδιαίτερη δυσκολία να συγκεντρωθεί, θα κληθεί να ολοκληρώσει ένα παζλ (κάτι που απαιτεί συγκέντρωση, επιμονή κι υπομονή) σταδιακά ολοένα αυξανόμενης δυσκολίας και διάρκειας. Πολύ σημαντική θεωρείται η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης του παιδιού, η οποία ενδεχομένως να είναι «τραυματισμένη». Μια καλή εικόνα για τον εαυτό μας συντελεί στην αντιμετώπιση των καθημερινών προκλήσεων με περισσοτερη τόλμη κι αποφασιστικότητα, αλλά και σε στην ομαλότερη αποδοχή των λιγότερο επιτυχημένων προσπαθειών μας. Τέλος, αναπόσπαστο κομμάτι της θεραπευτικής διαδικασίας αποτελεί και η βελτίωση των κοινωνικών δεξιοτήτων του παιδιού, στις περιπτώσεις που αυτές  πάσχουν, εφόσον οι υγιείς σχέσεις με τους συνομηλίκους προσφέρουν ένα σταθερό πλαίσιο και μια αίσθηση του «ανήκειν» απαραίτητη για το παιδί που έχει βιώσει τη διαφορετικότητα κι ενδεχομένως την απόρριψη.

 

Δημοσίευση στον Τύπο της Θεσσαλονίκης