ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ ΑΓΧΟΥΣ ΚΑΙ ΦΟΒΙΕΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

anxos_paidia

Το άγχος αποτελεί ένα οικείο συναίσθημα για τους ανθρώπους όλων των ηλικιών συμπεριλαμβανομένης και της βρεφικής και της παιδικής ηλικίας. Γενικά, το άγχος είναι ένα λειτουργικό συναίσθημα, το οποίο μπορεί να μας διευκολύνει να αντιμετωπίσουμε κάποιες δύσκολες καταστάσεις στη ζωή μας, κινητοποιώντας το μυαλό και το σώμα. Όταν όμως, το βίωμα του άγχους είναι υπερβολικό σε ένταση, δυσανάλογο προς το ερέθισμα που το προκαλεί και επίμονο στο χρόνο, τότε ενδέχεται να αυτό να αποτελεί ένδειξη μιας αγχώδους διαταραχής. Στις περιπτώσεις αυτές το άγχος χάνει τον κινητοποιητικό του χαρακτήρα και λειτουργεί πλέον αποτρεπτικά, παρεμποδίζοντας ουσιαστικά το άτομο να προσαρμοστεί και να αντιμετωπίσει τη δύσκολη κατάσταση, αντίθετα ωθώντας το να την αποφύγει ολοκληρωτικά.

Η συχνότητα εμφάνισης διαταραχών άγχους στα παιδιά είναι αρκετά υψηλή (για την ακρίβεια αποτελούν τη συχνότερα εμφανιζόμενη διαταραχή), παρ’ ότι τα συμπτώματά τους δε γίνονται εύκολα αντιληπτά και δεν προκαλούν συνήθως σημαντικές ενοχλήσεις στο οικογενειακό περιβάλλον. Επίσης, συχνά οι γονείς έχουν δυσκολία να διακρίνουν το παθολογικό άγχος από τους φυσιολογικούς φόβους και ανησυχίες του παιδιού. Κάποιες εμφανείς ενδείξεις άγχους στα παιδιά είναι το κλάμα, η αποφυγή συγκεκριμένων καταστάσεων κι ερεθισμάτων, το τρέμουλο, η ονυχοφαγία και άλλες. Σε συναισθηματικό επίπεδο, ο φόβος του θανάτου, της αρρώστιας, μιας επικείμενης απειλής (π.χ. φυσικής καταστροφής), αποτελούν ενδείξεις άγχους, εάν εκφρασθούν από το παιδί. Σωματικά επίσης, τα συχνότερα παράπονα που σχετίζονται με την ύπαρξη άγχους είναι η τάση για εμετό, ο πονοκέφαλος και η ταχυπαλμία.

Έρευνες δείχνουν ότι υπάρχει κάποια προδιάθεση στο παιδί για την εμφάνιση άγχους και φοβιών, η οποία συχνά επηρεάζει αλλά και ενισχύεται από την ανατροφή του. Ο υπερβολικός έλεγχος, η υπερπροστατευτική συμπεριφορά και οι ανελαστικές αντιλήψεις των γονιών ενδέχεται να αυξήσουν τις πιθανότητες να εκδηλώσει το παιδί κάποια αγχώδη διαταραχή.
Οι πιο συχνές αγχώδεις διαταραχές στην παιδική ηλικία είναι: η Διαταραχή Άγχους Αποχωρισμού και οι Ειδικές Φοβίες. Φυσικά, συναντώνται εν δυνάμει και στα παιδιά οι περισσότερες αγχώδεις διαταραχές που παρουσιάζονται στους ενήλικες, όπως είναι η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, η Κοινωνική Φοβία, η Διαταραχή Πανικού, με σαφώς μικρότερη συχνότητα.

Διαταραχή Άγχους Αποχωρισμού

Το άγχος αποχωρισμού του παιδιού από το γονιό του θεωρείται ένα φυσιολογικό αναπτυξιακό φαινόμενο για τις ηλικίες των επτά μηνών έως και έξι ετών περίπου. Για να μιλήσουμε για διαταραχή θα πρέπει το άγχος να είναι δυσανάλογο της χρονολογικής ηλικίας του παιδιού, να εκδηλώνεται με μεγάλη ένταση και να προκαλεί πρόβλημα στη λειτουργικότητα του παιδιού σε κοινωνικό επίπεδο. Ο πυρήνας του φόβου του παιδιού είναι μήπως πάθει κάτι κακό αυτός που το φροντίζει και από τον οποίο εξαρτάται συναισθηματικά. Έτσι, μπορεί να αποφεύγει συστηματικά να απομακρυνθεί από το σπίτι του ή σε μικρότερη ηλικία να είναι συνέχεια πίσω από τη μητέρα του ή σε μεγαλύτερη να ζητάει τη συνοδεία του γονιού για να πάει κάπου. Κάποιες φορές το παιδί αρνείται να μείνει μόνο του έστω και για λίγο στο δωμάτιο, όπως και να κοιμηθεί μόνο του στο κρεβάτι. Συχνά επίσης, μπορεί να χρησιμοποιήσει σωματικά παράπονα (κοιλόπονος, τάση για εμετό) ως δικαιολογίες για να μη πάει στο σχολείο. Αν οι συμπεριφορές αυτές και τα συμπτώματα του άγχους διαρκέσουν πάνω από ένα μήνα, καλό είναι ο γονιός να απευθυνθεί σε κάποιο ειδικό, ώστε να μπορέσει να τις διαχειρισθεί. Η έγκαιρη αντιμετώπιση του άγχους θεωρείται σημαντική τόσο για το παιδί, γιατί δεν επιτρέπει να παγιωθούν συμπεριφορές και σκέψεις που θα διαιωνίζουν το άγχος, όσο και για ολόκληρη την οικογένεια, εφόσον τέτοιες εκδηλώσεις τείνουν τελικά να επηρεάζουν τις ισορροπίες και την καθημερινότητα της.

Ειδικές Φοβίες

Με τον όρο αυτό εννοούμε τον έκδηλο κι επίμονο φόβο, ο οποίος είναι υπερβολικός και παράλογος και προκαλείται από την παρουσία ή την πρόβλεψη της παρουσίας κάποιου αντικειμένου ή κατάστασης, όπως για παράδειγμα κάποιο ζώο, η πτήση με αεροπλάνο, η θέα αίματος, τα ύψη και πολλά άλλα. Η έκθεση στο ερέθισμα αυτό ακολουθείται σχεδόν πάντα από μια άμεση αντίδραση άγχους, η οποία στα παιδιά συνήθως εκδηλώνεται με κλάμα και νευρικότητα. Η ένταση του φόβου είναι τέτοια που οδηγεί το παιδί τις περισσότερες φορές στην αποφυγή του αντικειμένου ή της κατάστασης που τον προκαλεί. Οι πιο συνηθισμένες φοβίες στα παιδιά αφορούν στα ύψη, στο σκοτάδι, στους δυνατούς θορύβους, στους κεραυνούς, στα σκυλιά και άλλα μικρά ζώα. Τα παιδιά με κάποια ειδική φοβία είναι πιθανό να βρίσκονται συνεχώς σε ετοιμότητα, ώστε να διαπιστώσουν έγκαιρα την παρουσία του φοβικού ερεθίσματος, κι αυτό τα κάνει να φαίνονται ανήσυχα και σε υπερδιέγερση. Ορισμένες φορές μπορεί να δυσκολεύονται να κοιμηθούν τη νύχτα. Οι ειδικές φοβίες παρουσιάζονται συνήθως πριν την ηλικία των επτά ετών και δε σχετίζονται απαραίτητα με κάποια τραυματική εμπειρία που μπορεί να είχε το παιδί. Σε κάποιες περιπτώσεις αυτές υποχωρούν μόνες τους καθώς το παιδί ωριμάζει. Εαν όμως, οι εκδηλώσεις φόβου του παιδιού είναι ιδιαίτερα έντονες ή ανεξέλεγκτες και φαίνεται να επηρεάζουν τις καθημερινές συνήθειες και δραστηριότητές του, καλό θα ήταν ο γονιός να απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό, που θα διευκολύνει τον ίδιο και το παιδί να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά την κατάσταση.