ΑΓΧΟΣ ΚΑΙ ΑΓΧΩΔΕΙΣ ΔΙΑΤΑΡΑΧΕΣ

Το άγχος αποτελεί μιά αίσθηση έντονου φόβου και εσωτερικής αναστάτωσης, η οποία συνήθως συνοδεύεται από σωματικές ενδείξεις, όπως η ταχυκαρδία, η εφίδρωση, η δύσπνοια, το τρέμουλο, η ζάλη, το σφίξιμο (μυϊκή τάση) και άλλες. Το άγχος σε αντίθεση με το συναίσθημα του φόβου, δεν προκαλείται συνήθως από κάποια αντικειμενική απειλή ή κίνδυνο, αλλά σχετίζεται με καταστάσεις και ερεθίσματα που βιώνει καθημερινά το άτομο στην προσωπική και κοινωνική του ζωή και τα οποία, αρχικά τουλάχιστον, είναι δύσκολα αναγνωρίσιμα από το ίδιο ως πηγές άγχους. Τα ερεθίσματα αυτά, που χαρακτηρίζονται ως στρεσογόνα, ενδέχεται να αφορούν σε θέματα διαπροσωπικών σχέσεων και υγείας, σε ξαφνικές αλλαγές στη ζωή του ατόμου,σε θέματα οικονομικά, επαγγελματικά ή σταδιοδρομίας, ταυτότητας και αυτοεικόνας ή ακόμη και σε απλές, καθημερινές υποχρεώσεις. Οι περισσότεροι άνθρωποι, ιδιαίτερα στην εποχή μας, ζουν καθημερινά με άγχος, εξαιτίας των γρήγορων ρυθμών, αλλά και των δύσκολων καταστάσεων που καλούνται να αντιμετωπίσουν.

Μέχρις ένα βαθμό, το άγχος αυτό μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο για τη δραστηριοποίηση του ατόμου. Συχνά όμως, η υποκειμενική αίσθηση που βιώνει το άτομο είναι ιδιαίτερα έντονη, δυσανάλογη με την αιτία που την προκαλεί και πολύ επιβαρυντική για τη λειτουργικότητα του ατόμου ακόμα και σε απλά πράγματα της καθημερινότητας. Στις περιπτώσεις αυτές, κι εφόσον πρόκειται για φαινόμενο με αρκετή διάρκεια (6 μήνες τουλάχιστον), είναι πιθανό να υπάρχει κάποια αγχώδης διαταραχή, που καλό θα ήταν να διαγνωσθεί και να αντιμετωπιστεί. Να σημειωθεί ότι οι διαταραχές που σχετίζονται με το άγχος αποτελούν τις συχνότερες στο γενικό πληθυσμό.

Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή

Βασικό στοιχείο της διαταραχής αυτής αποτελεί το υπερβολικό αγχος, στεναχώρια και ανησυχία που το άτομο δυσκολεύεται να ελέγξει. Οι πηγές του άγχους είναι συνήθως τα καθημερινά προβλήματα της ζωής και η ανησυχία πρέπει να υπάρχει τις περισσότερες μέρες για διάρκεια τουλάχιστον 6 μηνών. Το άτομο πιθανώς βιώνει μια αίσθηση εσωτερικής ανησυχίας ή έντασης, έντονη κόπωση, δυσκολία στη συγκέντρωση και στον ύπνο, ευερεθιστότητα και συχνά μυϊκή τάση. Για να θεωρήσουμε ότι το άτομο πάσχει από Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή πρέπει τα συμπτώματα αυτά να προκαλούν έντονη υποκειμενική ενόχληση ή\και να επηρεάζουν σημαντικά αρνητικά τη λειτουργικότητά του στον κοινωνικό, επαγγελματικό ή άλλο τομέα της ζωής του.
Η πορεία της διαταραχής αυτής είναι συνήθως χρόνια και ο θεραπευτικός στόχος είναι αρχικά η ανακούφιση του ατόμου από το άγχος του με χρήση ενδεχομένως συμπεριφορικών τεχνικών χαλάρωσης, ο επαναπροσδιορισμός του τρόπου που βιώνει τις καταστάσεις στη ζωή του και βέβαια, η ενθάρρυνση και η τόνωση της αυτοπεποίθησής του.

Διαταραχή Πανικού (με ή χωρίς αγοραφοβία)

Βασικό στοιχείο της διαταραχής αυτής αποτελούν οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις πανικού που συνοδεύονται από την έντονη ανησυχία του ατόμου μήπως ξανασυμβούν, αλλά και για τις πιθανές επιπτώσεις τους στην υγεία του και στη ζωή του.
Πολλοί άνθρωποι στην εποχή μας βιώνουν έντονο άγχος σε διαφορετικές στιγμές της καθημερινότητάς τους, το οποίο ενδεχομένως να εκφράζεται με κάποια σωματικά συμπτώματα, όπως ταχυπαλμία, εφίδρωση, ζαλάδα, μυϊκή τασή κ.α. Η κρίση πανικού όμως αποτελεί ένα συγκεκριμένο είδος σωματικής και ψυχικής αντίδρασης, όπου τα συμπτώματα του άγχους εμφανίζονται ξαφνικά και συνοδεύονται πάντα από μια αίσθηση επικείμενου κινδύνου ή καταστροφής, μαζί με μια έντονη εσωτερική παρόρμηση διαφυγής. Πολύ συχνός κατά την κρίση πανικού είναι ο φόβος ότι το άτομο θα χάσει τον έλεγχο, θα τρελαθεί ή θα πεθάνει. Μια τέτοια κρίση έχει διάρκεια συνήθως από 5 έως περίπου 30 λεπτά και η συχνότητα και η βαρύτητά τους ποικίλλει. Τα άτομα που παρουσιάζουν κρίσεις πανικού, συχνά επισκέπτονται πολλούς γιατρούς, εφημερεύοντα νοσοκομεία και κάνουν πολυάριθμες διαγνωστικές εξετάσεις, επειδή τα συμτώματα του πανικού «μιμούνται» αυτά σοβαρών οργανικών διαταραχών, όπως είναι για παράδειγμα το καρδιακό επεισόδειο.
Η κατάσταση αυτή έχει ως συνέπεια την ανάπτυξη νευρικότητας και φόβου ανάμεσα στις όποιες κρίσεις, καθώς και μιας γενικότερης αίσθησης ανημπόριας και απώλειας ελέγχου. Για το λόγο αυτό θεωρείται πολύ σύνηθες τα άτομα που παρουσιάζουν κρίσεις πανικού να αναπτύσσουν στη συνέχεια και αγοραφοβία.

Ο περισσότερος κόσμος θεωρεί ότι η αγοραφοβία έχει να κάνει με τον έντονο φόβο να βρεθεί και να παραμείνει το άτομο σε ένα χώρο με πολλούς ανθρώπους γύρω του. Στην πραγματικότητα όμως, ως αγοραφοβία χαρακτηρίζουμε την έντονη τάση του ατόμου να αποφεύγει καταστάσεις όπου θεωρεί πιθανό να του ξανασυβεί κάποια κρίση πανικού. Παρ’ότι μπορεί συχνά οι καταστάσεις αυτές να σχετίζονται με κλειστούς χώρους, πολυκοσμία και δυσκολία διαφυγής, ο βασικός φόβος του ατόμου είναι να βρίσκεται μακριά από την πηγή της ασφάλειας του, είτε αυτή πρόκειται για το σπίτι του, το γιατρό του, ένα νοσοκομείο ή συχνά ένα συγκεκριμένο κοντινό του πρόσωπο.
Θεραπευτικά πολύ σημαντική θεωρείται η δημιουργία ενός υποστηρικτικού πλαισίου αποδοχής και συνεργασίας ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο, μιας και η πορεία της Διαταραχής Πανικού είναι συχνά μακροχρόνια με υφέσεις και εξάρσεις. Συνεπώς καλό είναι να υπάρχει ένα σταθερό πρόσωπο αναφοράς και εμπιστοσύνης που να γνωρίζει τα μοτίβα συμπεριφοράς και σκέψης του ατόμου.

Φοβίες

Φοβία ονομάζουμε τον επίμονο και παράλογο φόβο του ατόμου για ένα συγκεκριμένο αντικείμενο, χώρο, δραστηριότητα ή κατάσταση, που έχει ως αποτέλεσμα την έντονη παρόρμηση του ατόμου να αποφύγει αυτό που φοβάται. Συνήθως το άτομο γνωρίζει ότι ο φόβος του είναι υπερβολικός, αλλά αυτό δεν το σταματάει από το να προσπαθεί να αποφύγει το αντικείμενο του φόβου του. Εάν η συμπεριφορά αποφυγής δεν επηρεάζει σημαντικά τη ζωή και τη λειτουργικότητα του ατόμου, τότε δε θεωρούμε ότι υπάρχει φοβική διαταραχή. Στην αντίθετη περίπτωση όμως, όπου η φοβική συμπεριφορά εμπλέκεται και παρεμποδίζει καθημερινές δραστηριότητες και λειτουργίες ή\και το άτομο τη βιώνει ως κάτι πολύ ενοχλητικό, τότε μπορεί να χαρακτηριστεί ως φοβική διαταραχή και χρήζει θεραπείας.

Υπάρχουν τρία βασικά είδη φοβιών:


• Η Αγοραφοβία (βλ. Διαταραχή Πανικού με ή χωρίς Αγοραφοβία)
• Η Ειδική Φοβία, που αφορά σε συγκεκριμένα αντικέιμενα ή καταστάσεις, όπως είναι για παράδειγμα τα φίδια, οι αράχνες, τα σκυλιά, το αίμα, οι ενέσεις ή το να πετάς με αεροπλάνο (πετοφοβία), να βρίσκεσαι σε κάποιο ψηλό μέρος (υψοφοβία) ή σε κάποιο πολύ περιορισμένο χώρο (κλειστοφοβία) κ.α.
• Η Κοινωνική Φοβία, που πρόκειται για το φόβο ταπείνωσης ή αμηχανίας σε κοινωνικές καταστάσεις ή σε καταστάσεις όπου το άτομο καλείται να επιτελέσει κάτι μπροστά σε κόσμο, όπως για παράδειγμα να κάνει μια ομιλία ή να πάρει μέρος σε κάποια παράσταση ή να φάει σε δημόσιο χώρο κ.α.
Η αντιμετώπιση των φοβιών ξεκινάει από τη δημιουργία μιας υποστηρικτικής ψυχοθεραπευτικής σχέσης, στο πλαίσιο της οποίας συνήθως το άτομο εκπαιδεύεται να μην αποφεύγει και να αντιδρά με πιο αποτελεσματικό τρόπο στο αντικείμενο του φόβου του.

Ψυχαναγκαστική Καταναγκαστική Διαταραχή

Βασικό χαρακτηριστικό της διαταραχής αυτής αποτελούν οι έντονες, επαναλαμβανόμενες έμμονες ιδέες (ψυχαναγκασμοί) ή\και οι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (καταναγκασμοί) που το άτομο νιώθει αναγκασμένο να πραγματοποιήσει για να αισθανθεί καλύτερα. Οι ψυχαναγκασμοί συχνά έχουν να κάνουν με επίμονες σκέψεις μόλυνσης (π.χ. από μια χειραψία), αμφιβολίας (αν έσβησε την κουζίνα ή κλείδωσε την πόρτα), τάξης ή τακτοποίησης (π.χ. ορισμένη θέση αντικειμένων) κ.α. Επειδή οι σκέψεις αυτές προκαλούν σημαντικό άγχος κι ενόχληση στο άτομο, αυτό προσπαθεί να τις αγνοήσει, να τις καταστείλει ή πολλές φορές να τις «εξουδετερώσει» με κάποια άλλη σκέψη ή πράξη (δηλαδή καταναγκασμό). Οι καταναγκασμοί μπορεί να είναι είτε επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές (πλύσιμο χεριών, έλεγχος κλειδαριών, επίμονη τακτοποίηση αντικειμένων) είτε νοητικές πράξεις (προσευχή, μέτρημα, επανάληψη λέξεων εσωτερικα κ.α.). Το άτομο νιώθει πολύ έντονα την ανάγκη να εκτέλεσει αυτές τις πράξεις, γιατί αλλιώς βιώνει έντονο άγχος. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι καταναγκασμοί ενδέχεται να μη σχετίζονται με συγκεκριμένες έμμονες ιδέες, αλλά να προκύπτουν από την ανάγκη αυστηρής τήρησης κάποιων κανόνων που έχει το άτομο. Ο βαθμός συνειδητοποίησης που έχουν τα άτομα για τις έμμονες σκέψεις και συμπεριφορές που παρουσιάζουν ποικίλλει, αλλά σε κάποια στιγμή συνήθως αναγνωρίζουν ότι είναι υπερβολικοί ή δε στέκουν.
Φυσικά, όπως ισχύει και για τις υπόλοιπες αγχώδεις διαταραχές, τα συμπτώματα θα πρέπει να είναι έντονα, να επιμένουν για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 6 μηνών και να προκαλούν σημαντική ενόχληση στην καθημερινότητα του ατόμου για να θεωρήσουμε ότι υπάρχει ψυχική διαταραχή που χρειάζεται θεραπεία.